Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδα μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας.
Στη σελίδα μας για τη Σύγχρονη Λογοτεχνία, μπορείτε να ανακαλύψετε μια πλούσια ποικιλία από σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα και λογοτεχνικά έργα. Εξετάστε την επιλογή βιβλίων από καταξιωμένους συγγραφείς που προσφέρουν μοναδικές ιστορίες και εμπειρίες.
"Για κάθε γόπα στο τασάκι, κάθε τσίχλα κολλημένη στις πλάκες του δρόμου, κάθε άδειο ποτήρι στο μπαρ, κάθε πεταμένο κάτω εισιτήριο του μετρό, υπάρχει μια ιστορία που περιμένει κάποιον να τη διηγηθεί. Κάποιον που μπορεί για λίγο, έστω παρενθετικά, να δει το δέντρο, όχι το δάσος! Άλλωστε για το δάσος βαρεθήκαμε ν' ακούμε......
Έζησε κάποτε ένα κορίτσι που βρέφος εβδοµήντα ηµερών το συνέλαβαν και το έστειλαν εξορία στις Κυκλάδες.
Έζησε κάποτε ένα κορίτσι που –στη διάρκεια της Κατοχής και του Εµφυλίου– η οικογένειά του κόπηκε στα δύο, όµως εκείνο δεν έπαψε στιγµή να αγαπάει κανέναν τους.
Έζησε κάποτε ένα κορίτσι που –όταν γεννήθηκε– ο πατέρας του ήταν «ο ηρωικός αρχηγός των εργατών» και –όταν µεγάλωσε– έγινε «ο προδότης της εργατικής τάξης». Κι ας µην είχε προδώσει τίποτα από ό,τι πίστευε.
Έζησε κάποτε ένα κορίτσι που πέρασε όλη του την εφηβεία στη βαθιά παρανοµία. Κλεισµένο σε ένα σπίτι, ...
"Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μιαν αθηναϊκή πολυκατοικία της δεκαετίας του '60 υπό τον απόηχο μακρινών γεγονότων, όπως η δολοφονία του Κένεντι. Από τα παράθυρα του φωταγωγού και πάνω στο φαράσι μιας φιλότιμης και εχέμυθης θυρωρού πέφτουν μικρά και μεγάλα ανθρώπινα μυστικά. Από το ρετιρέ ως το υπόγειο άνθρωποι -βιομήχανοι, γιατροί, νοικοκυρές, εργάτες, νεαρά παιδιά και μια γεροντοκόρη- αγωνίζονται, ελπίζουν, αγαπιούνται, καταφεύγουν στις χίμαιρες, ορθοποδούν ξανά....
"Το διήγημα ως είδος έχει μεγάλη παράδοση στον ελλαδικό χώρο και τιμήθηκε από πραγματικούς μάστορες της γραφής. Η συγγραφέας βαδίζει στα χνάρια των παλιών δασκάλων επιλέγοντας σύγχρονη θεματολογία. Γραφή με άριστη εργονομία, συγγραφική τόλμη, πείρα και αίσθημα. Πρωταγωνιστές τα πρόσωπα της διπλανής πόρτας και εμείς οι ίδιοι. Πλαίσιο η σύγχρονη πόλη. Ένα βιβλίο γραμμένο από τη σιγανή μουσική της διάψευσης......
"Πρόκειται για ένα ταξίδι με ποικίλους προορισμούς: τόπους όσα και τα αποτυπώματα της γραφής στον αναγνωστικό χάρτη. Λογοτεχνία και βιογραφία, εξομολόγηση και μαρτυρία, δοκίμιο και ιστορία, φιλολογία και φιλοσοφία, ερμηνευτική και γραμματολογία. Τίποτε δεν λείπει από αυτή την εξερευνητική απόπειρα, την οποία ο Λογοθέτης χαρακτηρίζει ""άκρως ελλειπτική"". "...
"Ένα φθινοπωρινό Σαββατόβραδο, οχτώ-εννιά νέοι, τρελοπαρέα, όλοι τους ένας κι ένας, κατηφορίζουν προς το Παγκράτι, τραγουδώντας καντάδες με τη συνοδεία κιθάρας και μαντολίνου, και κάνοντας ένα σωρό τρέλες μέσα στους έρημους δρόμους. Λίγο πιο πέρα σε ένα φτωχικό, μια κοπέλα ετοιμοθάνατη ξυπνάει από το λήθαργο, αναγνωρίζοντας τη φωνή που περνάει......
"Ήξερε ο Νικολής πως ο καπετάνιος δεν είχε ιδέα από στεριανές μηχανές, από τροχοφόρα, μονάχα με άξονες και προπέλες έκανε τις δουλειές του πενηνταπέντε χρόνια τώρα, από τα δώδεκα του μέσα στο γριγρί, μες στο Ανάργυρος, μες στο Ιωάννης, ύστερα σ' έναν μπάτη εξάμετρο και τα τελευταία σαράντα στο Δεσποινιώ που απόμεινε η μόνη του παρηγοριά στη ζωή, μαζί ταξιδεύανε με όλους τους καιρούς, αβύθιστο σκαρί το Δεσποινιώ, όχι σαν τα τσόφλια τα καινούρια, όργωνε το Αιγαίο και το Ικαρία, οχτώ και δέκα ώρες δρόμο από το αγκυροβόλι του για να ρίξει τα παραγάδια, ο Πέτρος τρόμαζε και μόνο...
"""Εκεί, δίπλα στο αυλάκι, τα ξαδέρφια μου είχαν πιάσει έναν σκαντζόχοιρο μια φορά, τον είχαν βάλει στο ταψί και χτυπούσαν μια κατσαρόλα με την κουτάλα, σαν τύμπανο, για να χορέψει, αλλά δεν είχε χορέψει και πολύ. Η γιαγιά μου τους φώναζε που χτυπούσαν την κατσαρόλα και θα τη γέμιζαν γούβες, αν δεν έσπαζαν και την κουτάλα από πάνω. Ποιος την άκουγε όμως? Γελούσαν όλοι, γιατί είχαν πιάσει έναν σκαντζόχοιρο που δεν ήξερε χορό. Είναι πολύ όμορφο ζώο ο σκαντζόχοιρος. Έχει γλυκά μάτια, αφηρημένα, μυτερή μουσούδα με αραιά μουστάκια, και μια μπίλια πολύ μαύρη, ευκίνητη και γυαλιστ...
"Στις μικρές αυτές ιστορίες που διατρεχουν πάνω από μισό αιώνα, από το μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του ΄90, σκοντάφτει κανείς σε ανθρώπινα πάθη και δοκιμασίες της ζωής, έρωτες και απογοητεύσεις, πόνο αλλά και ελπίδα που, μαζί με την πίστη, κρατά εντέλει όρθιους τους ανθρώπους στα πόδια τους....
"Το 1952 αυτοκτόνησε. Πρωτοετής ιατρικής χωρίς λόγο. Χωρίς εμφανή λόγο. Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Με πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος. Με πρόσκληση. Ήμουν στο χωριό τότε. Άκουσα τη φωνή του σπασμένη. Ρώταγε μήπως ήξερα κάτι. Νομίζω δεν το έχει ξεπεράσει ακόμα. Ήταν το πρώτο ράγισμα στη βεβαιότητα μας. Στη βεβαιότητα αθανασίας μας....
"""Τα τελευταία είκοσι χρόνια και βάλε ο Παναγής τα 'χε ζήσει καταγής. Μες στο μούρκι του παππού του στον Λειμώνα, μια κοιλάδα εύφορη, στο ξεψύχισμα του ποταμού, δίπλα στη θάλασσα, μακριά απ' τον κόσμο, μια ώρα δρόμος μέσα απ' τα βουνά η πιο κοντινή πόλη, είκοσι λεφτά ποδαρόδρομος το διπλανό χωριό, εκεί πέρασε όλα τα παιδικά του καλοκαίρια, μα και Χριστουγεννόσκολα και Πάσχα κάθε χρόνο εκεί ήτανε, μέσα σ' εκείνο το μούρκι που 'χε στο έμπα του έναν δρυ, θεριό αλάκερο, με τις κλαδούρες του να διαφεντεύουνε αθρώπους και ζωντανά από κάτω...""...
"Να μαζέψω το μυαλό μου να τα θυμηθώ όλα. Έκανα στο πυροβολικό. Στους άλλους πολέμους με είχαν στα βαρέα. Με ρίξαν στο ορειβατικό έπειτα. Να βγάνουν τα αυτιά αίμα. Έντεκα χρόνια τα δούλεψα. Το καλοκαίρι σε σκηνές, τον χειμώνα στα αμπριά. Λάσπη και υγρασία. Με τη χλαίνη και μια κουβερτούλα μονή, μαδημένη. Έντεκα χρόνια στρατιώτης....